Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών

ΜΕΤΟΠΟ

ΕΠΑνΕΚ
Το έργο υλοποιήθηκε στα πλαίσια της «Δράσης Στρατηγικής Ανάπτυξης Ερευνητικών και Τεχνολογικών Φορέων» και χρηματοδοτήθηκε από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία» στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ 2014-2020, με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης).

«Μεσογειακά Τοπία Πολιτισμού» υλοποιήθηκε στα πλαίσια της «Δράσης Στρατηγικής Ανάπτυξης Ερευνητικών και Τεχνολογικών Φορέων»

Το έργο «ΜΕΤΟΠΟ: Μεσογειακά Τοπία Πολιτισμού» υλοποιήθηκε στα πλαίσια της «Δράσης Στρατηγικής Ανάπτυξης Ερευνητικών και Τεχνολογικών Φορέων» και χρηματοδοτήθηκε από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία» στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ 2014-2020, με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης).

Εντάσσεται στο στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών και του Ιδρύματος Τεχνολογίας & Έρευνας και αποσκοπεί να συμβάλλει στη διεπιστημονική προσέγγιση των πολιτισμικών τοπίων της Μεσογείου και της μεταβολής τους στη διαχρονία. Το έργο έχει ως στόχο  να  αναδείξει ποικίλες οπτικές του χωρικού, οικονομικού, οικιστικού και πολιτισμικού τοπίου στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου εφαρμόζοντας μια διεπιστημονική προσέγγιση, αναπτύσσοντας έτσι τη βασική έρευνα σε μια σειρά τομείς των ανθρωπιστικών επιστημών και δίνοντας ιστορική διάσταση στην έννοια του τοπίου. 

Πρωταρχικό αντικείμενο των ερευνητικών προγραμμάτων του Ινστιτούτου, όπως προκύπτει και από την ονομασία του, είναι ο μεσογειακός χώρος, με έμφαση συνήθως στο ανατολικό κομμάτι του. Από πολλές και ποικίλες οπτικές γωνίες και μεθοδολογικές αφετηρίες, τα προγράμματα του ΙΜΣ εξετάζουν ακριβώς ιστορικά φαινόμενα αυτού του χώρου: από τις ανθρωπογενείς παρεμβάσεις στο τοπίο μέχρι τις συνέχειες και τομές μεταξύ των παραγωγικών διαδικασιών, και από τις πολιτιστικές μετακινήσεις μεταξύ των μεγάλων ιστορικών ενοτήτων της περιοχής μέχρι τους δρόμους που τις ενώνουν (ναυτικούς, εμπορικούς, πολιτισμικούς) ή τα σύνορα που τους χωρίζουν. Από αυτή την άποψη δεν πρόκειται αναγκαστικά για το χώρο της γεωγραφίας: πρόκειται για ένα δίκτυο στο οποίο κάθε σημείο (πόλη, λιμάνι, αγροτική ενδοχώρα, ακόμα και καλλιτεχνική σχολή ή εστία πολιτιστικής παραγωγής) νοηματοδοτείται από τις σχέσεις του με τα άλλα σημεία –σχέσεις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές. Αν και φυσικά δεν αποτελεί ερμηνευτικό εργαλείο, η έννοια αυτή του χώρου μπορεί να φανεί χρήσιμη καθώς επιτρέπει τη χρήση διαφόρων εργαλείων (όπως για παράδειγμα τους τρόπους παραγωγής του χώρου του Henri Lefebvre) σε μη-γεωγραφικά συμφραζόμενα, λόγου χάριν την αντίληψη που έχει μια κοινωνία για το παρελθόν ή και το παρόν της. Αυτή η σχεσιακή αντίληψη του χώρου, την οποία ονομάζουμε εδώ τοπίο (scape), μπορεί να θεωρηθεί ως ένας συνδετικός κρίκος που ενώνει τις διαφορετικές προσεγγίσεις που υπηρετούνται στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών, πάντα με εφαρμογή στο συγκεκριμένο γεωγραφικό προσδιορισμό της ανατολικής Μεσογείου και της ευρύτερης περιοχής της. Η ειδικότερη συνεισφορά αυτής της πρότασης, σε σχέση με τα επιστημονικά πεδία που υπηρετούνται στο Ινστιτούτο, είναι η έμφαση στην ιστορική μεταβολή: το τοπίο, με όλες τις σημασίες που περιγράφηκαν παραπάνω, δεν θεωρείται ένα στατικό δίκτυο σημείων, αλλά μια διαδικασία που εξελίσσεται συνεχώς στον ιστορικό χρόνο, σε διαρκή αλληλεπίδραση με το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον, και του οποίου η χρονική διάσταση είναι εξίσου σημαντική με τη χωρική.

Με βάση τα παραπάνω, η θεματική «Μεσογειακά πολιτισμικά τοπία του παρελθόντος» μπορεί να εξερευνήσει νέα μεθοδολογικά εργαλεία και τη χρήση τους από διαφορετικά ερευνητικά αντικείμενα, καθώς και να αναδείξει το κοινό υπόβαθρο των διαφορετικών δραστηριοτήτων του Ινστιτούτου: τη Μεσόγειο ως ένα τόπο αλληλεπιδράσεων, τομών και συνεχειών, με άλλα λόγια ως ένα σύνολο σχέσεων (παραγωγικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών) τοποθετημένο στον άξονα του χρόνου. Τέλος, η διεπιστημονική προσέγγιση που χαρακτηρίζει τις δράσεις του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας υπηρετείται από τη συνεργασία με άλλα δύο Ινστιτούτα του ΙΤΕ, το Ινστιτούτο Πληροφορικής και το Ινστιτούτο Υπολογιστικών Μαθηματικών, τα οποία εφαρμόζουν καινοτόμες πρακτικές ανάλυσης, σύνθεσης και παρουσίασης πολιτισμικών δεδομένων.

Η πράξη ΜΕΤΟΠΟ προτείνει την ανίχνευση και ανάλυση της έννοιας, της δημιουργίας και της απεικόνισης του τοπίου όπως περιγράφηκε παραπάνω, με τις μεθόδους της ιστορίας και των κοινωνικών επιστημών. Πιο συγκεκριμένα, το πρόγραμμα εστιάζει:

  • στον μετασχηματισμό του ανθρωπογενούς τοπίου σε περιόδους κρίσης και αλλαγής, μέσα από τη μελέτη οικιστικών και οικονομικών μεταβολών σε επιλεγμένες περιοχές του ελλαδικού χώρου,
  • στη μελέτη των πολιτιστικών δικτύων, τα οποία συνιστούν τοπία σε συνεχή μεταβολή, με τα δρομολόγια των πολιτιστικών ανταλλαγών και την μεταφορά κέντρου βάρους να βρίσκονται στο επίκεντρο,
  • σε καινοτόμες προσεγγίσεις στην έννοια του τοπίου, όπως είναι τα ηχοτοπία,
  • στην απεικόνιση του φυσικού και ανθρωπογενούς τοπίου και τις παραμέτρους που την καθορίζουν,
  • με τη συνεργασία άλλων ινστιτούτων του ΙΤΕ (Ινστιτούτο Πληροφορικής, Ινστιτούτο Υπολογιστικών Μαθηματικών), στη χρήση νέων εργαλείων για τη μελέτη, ανάλυση και απεικόνιση του ανθρωπογενούς τοπίου.

Με την υλοποίηση της πράξης:

  • Θα αναπτυχθούν καινοτόμα ερευνητικά εργαλεία για τη μελέτη του ιστορικού χώρου και θα αναδειχθούν άγνωστες πτυχές των αντικειμένων της έρευνας.
  • Θα ενθαρρυνθεί η όσμωση και η διεπιστημονική προσέγγιση ανάμεσα στους επιστήμονες διαφορετικών πεδίων των θετικών και κοινωνικών επιστημών.
  • Θα εισαχθούν στην έρευνα νέοι επιστήμονες, οι οποίοι θα διευρύνουν τον επιστημονικό τους ορίζοντα και θα βοηθηθούν στην επαγγελματική τους αποκατάσταση.
  • Θα παρουσιαστεί με εύληπτο τρόπο στο ευρύτερο κοινό η επιστημονική έρευνα, καθώς θα προβληθούν με διάφορες δράσεις δημοσιότητας τα αποτελέσματά της και η σημασία της για την κατανόηση του παρόντος.

Το έργο ΜΕΤΟΠΟ διαρθρώνεται σε 9 ερευνητικές δράσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν και ενέργειες δημοσιότητας -διάχυσης των αποτελεσμάτων στο ευρύτερο κοινό. Κάθε ερευνητική δράση αφορά συγκεκριμένο ερευνητικό τομέα και διευθύνεται από το αντίστοιχο τακτικό προσωπικό των ινστιτούτων που συμμετέχουν ή από συνεργαζόμενα μέλη ΔΕΠ. Κάθε δράση αποτελείται από διακριτές ενέργειες, οι οποίες θα υλοποιούνται με βάση συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και θα συμβάλλουν στην εξαγωγή κοινών συμπερασμάτων για κάθε ερευνητικό τομέα και τη διάχυσή τους στην επιστημονική κοινότητα και το ευρύ κοινό.

Οι ερευνητικές δράσεις εξελίσσονται παράλληλα σε αντίστοιχα Πακέτα Εργασίας και έχουν ως εξής:

Επιστημονική υπεύθυνη: Χριστίνα Τσιγωνάκη

Στόχοι/ Επιδιωκόμενα αποτελέσματα:

  • Το πρόγραμμα έχει στόχο τον εντοπισμό και τη μελέτη οχυρωματικών έργων της πρωτοβυζαντινής περιόδου στην Κρήτη (4ος- 9ος αι. μ.Χ.), προκειμένου να κατανοηθούν οι ριζικές αλλαγές που συντελούνται αυτή την εποχή  στο αστικό τοπίο του νησιού.   
  • Η έρευνα που προηγήθηκε στα πλαίσια του προγράμματος DynByzCrete (Αριστεία ΙΙ) έφερε στο φως εντελώς άγνωστα οχυρωματικά έργα της περιόδου. Εξάλλου, ανέδειξε τα βασικά μεθοδολογικά προβλήματα που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, όπως αυτά της τεκμηρίωσης και της χρονολόγησης των οχυρώσεων, αλλά και ευρύτερα ιστορικά ζητήματα που θα πρέπει να απαντηθούν: ποια είναι τα χαρακτηριστικά των πόλεων και οικισμών που επιλέγονται να οχυρωθούν και ποια η σχέση των οχυρωμένων οικισμών με την ύπαιθρο; Ποιος ο ρόλος της οχύρωσης στη διάκριση κοινωνικών ομάδων και εξουσιών μέσα στην πόλη; Ποιος είναι ο ρόλος του στρατού και της κεντρικής διοίκησης στην κατασκευή αυτών των έργων;

Το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με βάση τους τέσσερις παρακάτω άξονες:

  1. Βιβλιογραφική έρευνα προκειμένου να ενταχθούν οι οχυρωμένοι οικισμοί της Κρήτης στο ευρύτερο μεσογειακό πλαίσιο.
  2. Αποδελτίωση γραπτών πηγών στα ελληνικά, λατινικά και αραβικά ώστε να μελετήσουμε το φαινόμενο της οχύρωσης των οικισμών μέσα από το πρίσμα όλων των εμπλεκομένων δυνάμεων.
  3. Επιτόπια έρευνα προκειμένου να εντοπιστούν και τεκμηριωθούν οχυρωματικά έργα της πρωτοβυζαντινής περιόδου. Ιδιαίτερη περίπτωση μελέτης θα αποτελέσει ο οχυρωμένος οικισμός στην Οξά Ελούντας. Τα αρχαιολογικά δεδομένα θα ενταχθούν σε μια πλατφόρμα Γεωγραφικών Συστήματων Πληροφοριών (GIS), η οποία θα λάβει υπόψη όλα τα τοπογραφικά κριτήρια που σχετίζονται με την οργάνωση του δομημένου χώρου. Οι χωρικές αναλύσεις θα διεξαχθούν μέσω του συνδυασμού δορυφορικών εικόνων, αεροφωτογραφιών και την επεξεργασία ψηφιακών μοντέλων εδάφους.
  4. Δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας με ανακοινώσεις σε επιστημονικά συνέδρια/ημερίδες/εργαστήρια μελέτης.

Επιστημονική υπεύθυνη: Χριστίνα Τσιγωνάκη
Ερευνητική ομάδα: Κωνσταντίνος Ρούσσος, Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Gianluca Cantoro, Αγγελική Αλυγιζάκη, Ιωσήφ Ψαρουδάκης

Επιστημονικοί υπεύθυνοι: Ηλίας Κολοβός (ΙΜΣ), Χρυσούλα Μπεκιάρη (ΙΠ), Πουλίκος Πραστάκος (ΙΥΜ)

Στόχοι/Επιδιωκόμενα αποτελέσματα:

Ο Χάνδακας (αγγλικά Candia, παλαιό όνομα της πόλης του Ηρακλείου) είναι μια πόλη με μεγάλη ιστορία. Η έρευνα θα εστιασθεί στην ανάλυση κάποιων χαρακτηριστικών της πόλης τον 15ο-19ο  αιώνα στην μετάβαση της από την εποχή των Βενετών στην εποχή των Οθωμανών. Οι Οθωμανοί κατέλαβαν την πόλη το 1669 μετά από πολιορκία 20 ετών.  Οι σωζόμενες αρχειακές πηγές δίνουν μια πλήρη εικόνα της πόλης: το κατάστιχο ΤΤ 980, που συντάχθηκε αμέσως μετά την πτώση της (1669/70), περιέχει τον κατάλογο των ορθόδοξων χριστιανών και εβραίων που παρέμειναν στο Χάνδακα και πλήρωναν κεφαλικό φόρο ανάλογα με την περιουσία τους. Ακόμα σημαντικότερο για τη μελέτη είναι το κατάστιχο ΤΤ 798, στο οποίο καταγράφονται τα σπίτια και οικόπεδα του Χάνδακα ανά συνοικία.

Η έρευνα θα εστιαστεί στην ιστορία του δομημένου ανθρωπογενούς χώρου της πόλης του Χάνδακα. Θα μελετηθεί η αναλογία δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, οι χρήσεις γης και τα υδάτινα δίκτυα, ο πληθυσμός κατά θρήσκευμα στις διάφορες συνοικίες κλπ.. Η βενετική πόλη θα χαρτογραφηθεί με ακρίβεια οικοπέδου σε ειδικά σχεδιασμένη ψηφιακή υποδομή και θα μελετηθεί η σταδιακή ένταξή της στο οθωμανικό πλαίσιο, καθώς και η εξέλιξη της κοινωνικής διαφοροποίησης στη συνέχεια.

Παράλληλα, θα ερευνηθούν τα πρότυπα κατοίκησης  του πληθυσμού (αστικός και αγροτικός) της Κρήτης στις διάφορες περιοχές και οι αλλαγές των προτύπων κατά την διάρκεια της οθωμανικής περιόδου.  Θα χρησιμοποιηθούν δεδομένα της βάσης δεδομένων «Ψηφιακή Κρήτη- Στα χρόνια των Οθωμανών -Κατοίκηση» που έχει αναπτυχθεί στο ΙΜΣ από προηγούμενο ερευνητικό πρόγραμμα,  και περιέχει δεδομένα από διάφορες καταγραφές/απογραφές πληθυσμού  που διενεργήθηκαν στη Κρήτη τα χρόνια της  Οθωμανικής κυριαρχίας από το 1650 έως το 1897. 

Το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με βάση τους παρακάτω άξονες:

  1. Χρησιμοποιώντας το κατάστιχο ΤΤ798 θα αναπτυχθεί βάση δεδομένων για τις συνοικίες του Χάνδακα. Θα ψηφιοποιηθούν τα όρια των οικοπέδων και θα αναπτυχθεί βάση δεδομένων με πληροφορίες για το εμβαδόν τους, τα χαρακτηριστικά των κτιρίων (αριθμός δωματίων, αυλές, κτίσματα, δέντρα, πηγάδια, δεξαμενές), ονόματα ιδιοκτητών (προηγούμενων –βενετοκρητικών– και νέων) και τιμές πώλησης ακινήτων ανά συνοικία. Τα στοιχεία αυτά θα συμπληρωθούν με πληροφορίες από τους ιεροδικαστικούς κώδικες του Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου. Η έρευνα θα υλοποιηθεί από το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του ΙΤΕ.
  2. Θα σχεδιασθεί και θα υλοποιηθεί η ψηφιακή υποδομή που απαιτείται για να υποστηρίξει την τεκμηρίωση της ιστορίας του δομημένου ανθρωπογενούς χώρου της πόλης του Χάνδακα, με χρήση χαρτών και πολύμορφου υλικού. Η ψηφιακή υποδομή θα χρησιμοποιεί τα δεδομένα που αναπτύχθηκαν από το ΙΜΣ και θα βασισθεί στο σύστημα Synthesis 3.0. Η έρευνα θα υλοποιηθεί από το Ινστιτούτο Πληροφορικής του ΙΤΕ.
  3. Θα συγκεντρωθούν και θα τεκμηριωθούν σε ψηφιακά αρχεία διάφοροι χάρτες της παλιάς πόλης του Χάνδακα που σώζονται (βενετικοί αλλά και πολεοδομικοί χάρτες του 19ου αιώνα). ΟΙ χάρτες θα γεωκωδικοποιηθούν και θα αναπτυχθεί βάση δεδομένων με ψηφιακό αντίγραφο τους, πληροφορίες  για τον χαρτογράφο και το έτος έκδοσης, την συλλογή χαρτών που είναι σήμερα και άλλες πληροφορίες για τον χάρτη. Στη βάση δεδομένων θα καταγραφούν επίσης πληροφορίες για τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά και τα ιστορικά γεγονότα που αποτυπώνονται, ώστε να είναι δυνατή η συσχέτιση τους με άλλα ιστορικά αρχεία. Η έρευνα θα υλοποιηθεί από το Ινστιτούτο Υπολογιστικών Μαθηματικών του ΙΤΕ.
  4. Θα αναλυθούν τα πρότυπα κατοίκησης του πληθυσμού της Κρήτης (αστικός και αγροτικός) την εποχή των Οθωμανών. Για την ανάλυση θα χρησιμοποιηθούν τα δεδομένα της «Ψηφιακής Κρήτης –την εποχή των Οθωμανών – Κατοικία» που έχει στοιχεία από διαφορετικά μητρώα/απογραφές της περιόδου 1650-1897. Η ανάλυση θα επικεντρωθεί στα μοτίβα κατοίκησης του χριστιανικού και μουσουλμανικού πληθυσμού και θα πραγματοποιηθεί σε τρία γεωγραφικά επίπεδα οικισμό, δήμο και νομό. Η έρευνα θα υλοποιηθεί από το Ινστιτούτο Υπολογιστικών Μαθηματικών (ΙΥΜΜ) του ΙΤΕ.

Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών
Επιστημονικός υπεύθυνος: Ηλίας Κολοβός
Ερευνητική ομάδα: Ευθύμιος Μαχαίρας, Εβίτα Δανδάλη, Δημήτρης Γιαγτζόγλου, Πέτρος Καστρινάκης

Ινστιτούτο Πληροφορικής
Επιστημονικός υπεύθυνος: Χρυσούλα Μπεκιάρη
Ερευνητική ομάδα: Δημήτρης Αγγελάκης, Γεώργιος Σαμαριτάκης, Λήδα Χαραμή

Ινστιτούτο Υπολογιστικών Μαθηματικών
Επιστημονικός υπεύθυνος: Πουλίκος Πραστάκος
Ερευνητική ομάδα: Ελένη Γκαδόλου, Εβίτα Δανδάλη

Επιστημονικός υπεύθυνος: Απόστολος Δελής

Στόχοι/ Επιδιωκόμενα αποτελέσματα:

  • Η ανάπτυξη των λιμενικών συστημάτων και η βελτίωση των λιμενικών υποδομών υπήρξε θεμελιώδης στη μεγέθυνση του θαλάσσιου εμπορίου και της ναυτιλίας στην ανατολική Μεσόγειο από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής. Σε αυτό το σχήμα οικονομικής εξέλιξης, περιοχές του Αιγαίου και της Μαύρης Θάλασσας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η  ανάπτυξη του ελληνόκτητου στόλου που διακινούσε σημαντικό μέρος του εμπορίου της Μαύρης Θάλασσας και διαμόρφωσε τα ναυτιλιακά κέντρα της Ερμούπολης, του Πειραιά και δεξαμενές ναυτικής τεχνογνωσίας σε μικρότερους τόπους (Χίος, Άνδρος, Σαντορίνη).
  • Η εξέλιξη όμως του όγκου του εμπορίου στα λιμάνια του Αιγαίου δεν συμβάδιζε με την εξέλιξη των λιμενικών υποδομών. Η βελτίωση των λιμενικών υποδομών υστερούσε χρονικά, και ζητήματα κρατικής πολιτικής, οικονομικής φύσεως και τεχνογνωσίας δεν βοηθούσαν στον συγχρονισμό με τις ανάγκες της διαρκώς αυξανόμενης ναυτιλίας.
  • Επομένως, τα ερωτήματα που οι ερευνητές καλούνται να εξετάσουν είναι: α) οι φάσεις εξέλιξης των λιμενικών υποδομών και οι παράγοντες που συνετέλεσαν σε αυτή την κατεύθυνση, β) το πώς αυτό επηρεάζει και καθορίζει τη θέση του εκάστοτε λιμανιού στο διεθνές λιμενικό δίκτυο και το σύστημα θαλάσσιων μεταφορών και γ) πώς τα δύο παραπάνω διαμορφώνουν τον χαρακτήρα του λιμανιού (εξαγωγικό, διαμετακομιστικό κλπ) και κατ’ επέκταση το οικονομικό και κοινωνικό τοπίο των κατοίκων σε σχέση με τα επαγγέλματα και τις δραστηριότητες (ανάπτυξη εργοστασίων, ναυπηγείων, μεσιτικών υπηρεσιών κλπ).

Επιστημονική υπεύθυνη: Λήδα Παπαστεφανάκη

  • Από τον 19ο αιώνα, οι εξορυκτικές δραστηριότητες, μικρού ή μεγάλου μεγέθους, εντατικές ή λιγότερο εντατικές, άλλαξαν το τοπίο του ελλαδικού χώρου και της Ανατολικής Μεσογείου και συνέδεσαν τις τοπικές (αγροτικές-νησιωτικές) κοινωνίες με τον βιομηχανικό κόσμο και τις διεθνείς αγορές, επιδρώντας ποικιλοτρόπως στους τοπικούς πληθυσμούς και στο περιβάλλον. Η σύνδεση των τόπων της εξορυκτικής δραστηριότητας με τις διεθνείς αγορές γινόταν συνήθως με όρους άνισους και συγκυριακούς.
  • Η ερευνητική ενέργεια έχει ως στόχο την εκτενέστερη χαρτογράφηση της ελληνικής περίπτωσης της εξόρυξης και την εμβάθυνση στην ιστορία της δραστηριότητας αυτής. Η έρευνα θα αξιοποιήσει το πρόσφατο πλούσιο αρχειακό υλικό που έχει εντοπιστεί και διασωθεί σε ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς στην Ελλάδα και τη Γαλλία και αφορά σε αρχεία επιχειρήσεων, αρχεία οργανισμών, ιδιωτικά αρχεία στελεχών επιχειρήσεων και μηχανικών σχετικά με την εξορυκτική δραστηριότητα στον ελλαδικό χώρο. Με έμφαση στη Νάξο, τη Θήρα και τη Θηρασία, τη Μήλο, το Λαύριο, την Εύβοια, περιοχές για τις οποίες έχει εντοπιστεί νέο αρχειακό υλικό, η έρευνα θα εμβαθύνει στις ιδιαιτερότητες των τόπων και των τοπίων των εξορυκτικών δραστηριοτήτων και θα αναδείξει τις σχέσεις αυτών των τόπων με τα διεθνή δίκτυα τεχνικών και επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνταν στην Ανατολική Μεσόγειο τον 19ο και 20ό αιώνα.
  • Για την επιτυχή διερεύνηση των παραπάνω ερωτημάτων ιδιαίτερα χρήσιμη κρίνεται η ένταξη της ελληνικής περίπτωσης στο ευρύτερο περιβάλλον της Μεσογείου και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η συγκριτική της εξέταση τόσο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και με άλλες περιπτώσεις εξορύξεων στη Μεσόγειο. Με τον τρόπο αυτό η ελληνική ερευνητική κοινότητα θα μπορέσει να συμμετάσχει στη διεθνή επιστημονική συζήτηση για  την ιστορία της εξόρυξης, την επίδρασή της στο περιβάλλον, τις οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές που επιφέρει η δραστηριότητα αυτή.

Επιστημονική υπεύθυνη: Λήδα Παπαστεφανάκη
Ερευνητική ομάδα: Ιωάννης Γονατίδης, Χαρίκλεια Τσακίρη

Επιστημονικός υπεύθυνος: Σωκράτης Πετμεζάς

Το πρόγραμμα στηρίζεται στην εκμετάλλευση αρχειακού υλικού (Αρχεία Υπουργείου Γεωργίας, ΑΤΕ, κλπ.) που μόλις πρόσφατα παραδόθηκε στην διάθεση της επιστημονικής κοινότητας. Το υλικό αυτό επιτρέπει μια έρευνα σε βάθος σχετικά με την υλοποίηση της αγροτικής μεταρρύθμισης και τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις της.

Υπόθεση προς τεκμηρίωση

Η Αγροτική Μεταρρύθμιση συνδυάστηκε με την βαθύτατη μεταβολή του αγροτικού τοπίου είτε άμεσα (μετατόπιση ή δραματική αναβάθμιση του οικισμένου και καλλιεργημένου χώρου, μετασχηματισμοί των αγροτικών συστημάτων) είτε έμμεσα (οδικά, αποστραγγιστικά και αντιπλημμυρικά έργα, κλπ) αλλά -όλο και περισσότερο και του πολιτικού και κοινωνικού τοπίου. Οι νέες ιεραρχίες του χώρου και της αγροτικής (και όχι μόνο) οικονομίας συνδυάσθηκαν με ριζική αναμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών ιεραρχιών. Τον γαιοκτήμονα και τους επιστάτες του, την παραδοσιακή πολιτική ελίτ, συμπλήρωσαν -όταν δεν υποκατέστησαν- οι δικηγόροι που ενεπλάκησαν με την απαλλοτρίωση και εκπροσώπησαν τους συνεταιρισμούς των δικαιούχων και κληρούχων, οι γεωπόνοι, οι πρωτοδίκες, τα στελέχη των συνεταιρισμών αλλά και της τοπικών Τραπεζικών καταστημάτων (ΕΤΕ, ΑΤΕ). Όλοι αυτοί διαμορφώνουν άλλες μορφές και συμπεριφορές στην πολιτική εκπροσώπηση ή διαμεσολάβηση των αγροτικών (και γενικότερα των επαρχιακών) πληθυσμών. Το τοπικό/επαρχιακό πολιτικό «παίγνιο» υποτάχθηκε σε νέους όρους, και ενδύθηκε (όπως και το νέο πολιτικό προσωπικό) άλλες φόρμες παρουσίασης του εαυτού : το πολιτικό τοπίο αναμοχλεύτηκε και αναμόρφωσε το τρόπο πολιτικής εκπροσώπησης.

Επιστημονικός υπεύθυνος: Σωκράτης Πετμεζάς
Ερευνητική ομάδα: Δημήτριος Αγγελής Δημάκης, Γεώργιος Γάσιας, Ευάγγελος-Παναγιώτης Δρουγούτης, Ανδρέας Ροζάκης

Επιστημονικός υπεύθυνος: Παναγιώτης Κ. Ιωάννου

Στο πρόγραμμα, που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο συνέχεια και επέκταση του προγράμματος «Έλληνες καλλιτέχνες στη Δύση (15ος-18ος αι.)», διερευνάται, μέσα από γραπτά και εικαστικά τεκμήρια η δραστηριότητα ελλήνων καλλιτεχνών οι οποίοι μαθήτευσαν ή/και εργάστηκαν σε διάφορες πόλεις της ιταλικής χερσονήσου από τα τέλη του 18ου έως τα τέλη του 19ου αιώνα.

Ας σημειωθεί ότι οι περιπτώσεις αυτών των καλλιτεχνών ουδέποτε μέχρι τώρα έχουν μελετηθεί συστηματικά – συναντώνται στη βιβλιογραφία μόνον ως φευγαλέες αναφορές. Υλικό αντλείται από τα αρχεία των ιταλικών ακαδημιών, από αλληλογραφίες καλλιτεχνών, και από άλλα, ιταλικά και ελληνικά, δημόσια και ιδιωτικά αρχεία, μουσεία, συλλογές και πινακοθήκες, όπως επίσης και από τον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, καταλόγους εκθέσεων, κ.ά. Μέσα από τα παραπάνω τεκμήρια αναδεικνύεται αφενός η μαθητεία και συμμετοχή των ελλήνων καλλιτεχνών στο πλαίσιο της ιταλικής παραγωγής κατά τα χρόνια της παραμονής τους στην ιταλική χερσόνησο αφετέρου η διαμορφωτική επίδραση των σπουδών και της ευρύτερης καλλιτεχνικής παιδείας που απέκτησαν στο ίδιο περιβάλλον. Παράλληλα, διερευνάται ο ρόλος των καλλιτεχνών αυτών στην εικαστική παραγωγή που συντελέστηκε εντός των (σχεδιαζόμενων, νεόδμητων και μεταβαλλόμενων) συνόρων του ελληνικού κράτους κατά την εξεταζόμενη περίοδο: από τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν στις ελληνικές χώρες, ιδίως στον χώρο του Ιονίου, αλλάζουν οι προϋποθέσεις και οι προτεραιότητες των παραγόντων που εμπλέκονται στην εικαστική παραγωγή, με τη σαφή αναζήτηση (και βαθμηδόν αφομοίωση) προτύπων από την ιταλική τέχνη, μέχρι την ίδρυση και τις πρώτες δεκαετίες ύπαρξης του ελληνικού κράτους, όταν η «συμμόρφωση» της εικαστικής παραγωγής με εκείνη της Δύσης επιβάλλεται από την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία.

Στο ίδιο πρόγραμμα εντάσσεται η σχολιασμένη έκδοση τού, άγνωστου μέχρι τώρα, κώδικα «Περί Ζωγραφίας», που φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Ιστορικά Αρχεία Γιάννη Βλαχογιάννη, Β΄, αριθμ. 27). Με τα περιεχόμενα του εν λόγω κώδικα, που συντάχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, μετακενώνονται στον ελληνικό χώρο καλλιτεχνικές ιδέες και πρακτικές οδηγίες ζωγραφικής από αντίστοιχες πραγματείες, κατά κύριο λόγο ιταλικές.

Επιστημονικός υπεύθυνος: Παναγιώτης Κ. Ιωάννου (Αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης της Αναγέννησης και του Μπαρόκ, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης)
Ερευνητική ομάδα: Αντώνης Διγαλάκης (Υποψήφιος διδάκτωρ στην Ιστορία της Τέχνης, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης). Γιάννης Γαλανόπουλος (Υποψήφιος διδάκτωρ στην Ιστορία της Τέχνης, Τμήμα θεωρίας και ιστορίας της τέχνης, ΑΣΚΤ)

Επιστημονική υπεύθυνη: Κωνσταντίνα Γεωργιάδη

Το ελληνικό θέατρο, στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης, στις νοτιοανατολικές παρυφές της καθυστερημένης πολιτισμικά –σε σχέση με το ευρωπαϊκό παράδειγμα- Βαλκανικής χερσονήσου, αποτέλεσε κατά το δέκατο ένατο αιώνα ένα σταθερό καλλιτεχνικό σταθμό για έναν αξιοσημείωτο αριθμό καλλιτεχνών και καλλιτέχνιδων διεθνούς φήμης, που θέλησαν να ενσωματώσουν στις περιοδείες τους τα θέατρα της ελληνικής Ανατολής. Ήδη από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, διάσημοι θίασοι πρόζας της Δύσης, άρχισαν να συμπεριλαμβάνουν στο πρόγραμμα των καλλιτεχνικών τους περιοδειών την Αθήνα, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια και το Κάιρο, μεταφέροντας από τα ευρωπαϊκά κέντρα την καλλιτεχνική τους εμπειρία και πρακτική, το ρεπερτόριό τους, τη σκηνική και υποκριτική τους τέχνη. Καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες παγκοσμίου φήμης στην Ευρώπη, όπως η Αδελαΐδα Ριστόρι, ο θίασος του Βερνάρδου του Σαξ Μάϊνιγγεν, ο Ερνέστο Ρόσσι, ο Κοκλέν, η Σάρα Μπερνάρ, η Ελεονόρα Ντούζε, ο Μουνέ Σουλύ, ο θίασος του Αντρέ Αντουάν και μια πλειάδα άλλων ισάξιων ή λιγότερο σημαντικών θιάσων του ευρωπαϊκού θεάτρου, κυρίως του ιταλικού, γερμανικού και γαλλικού, κατακλύζουν τα θέατρα της ελληνικής Ανατολής από τα μέσα περίπου του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι τις αρχές του εικοστού. Στόχος της συγκεκριμένης ερευνητικής δράσης είναι να ιχνηλατήσει, να καταγράψει και να επεξεργαστεί το τοπίο των περιπλανήσεων των συγκεκριμένων θιάσων στην ευρύτερη περιοχή και να ιχνογραφήσει το διαμορφούμενο τοπίο των καλλιτεχνικών και πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων με το ελληνικό θέατρο και τους θιάσους της παραπάνω περιόδου.

Προβλεπόμενα προϊόντα

  1. Βάσεις δεδομένων α.) αποδελτιωμένου τύπου και πηγών, β) παραστασιογραφίας, γ) βιβλιογραφικής βάσης δεδομένων.
  2. Δημοσιεύσεις της ερευνητικής ομάδας γύρω από τα αποτελέσματα του προγράμματος

Σχετικές δημοσιεύσεις

Constantina Georgiadi, “Shakespearean actor Ernesto Rossi in the Southern Balkan Peninsula: the reception of his craftsmanship in the Modern Greek State”, Etudes Balkaniques  4 (2014) 115-137.

Επιστημονική υπεύθυνη: Κωνσταντίνα Γεωργιάδη
Ερευνητική ομάδα: Βασιλική Παπανικολάου, Μαρία Μαυρογένη, Μαριλού Νικολάου, Μαρκέλλα Ηλιάκη, Μαριάννα Τζιράκη

Επιστημονικός υπεύθυνος: Ανδρέας Λυμπεράτος

Το πρόγραμμα έχει ως στόχο την πιλοτική διερεύνηση του ηχοτοπίου της Βαλκανικής και Μεσογειακής πόλης με έμφαση στην μετάβαση από την προβιομηχανική στη νεότερη πόλη. 

Οι λίγες αλλά σημαντικές έρευνες σε άλλες περιοχές του πλανήτη έχουν επισημάνει ότι οι ήχοι των προβιομηχανικών πόλεων συγκροτούσαν σημειωτικά συστήματα προσανατολισμού στον χρόνο και τον χώρο της πόλης με σημαντικές κοινωνικές και ιδεολογικές λειτουργίες. Προηγούμενη έρευνα του ίδιου επιστημονικού υπεύθυνου με θέμα τον «Χρόνο και τα μηχανικά μέσα μέτρησής του» ανέδειξε ένα πρώτο αξιόλογο σώμα πληροφοριών για το ηχοτοπίο της Οθωμανικής βαλκανικής πόλης και το κανονιστικό πλαίσιο που το δομούσε (πχ απαγόρευση σημάντρων στις εκκλησίες). 

Στόχοι της έρευνας είναι η ανασύνθεση του πλαισίου μέσα στο οποίο παράγονται και νοηματοδοτούνται οι ηχητικές εμπειρίες στις Βαλκανικές και Μεσογειακές πόλεις του παρελθόντος (18ος-αρχές 20ου αι.), η μελέτη του τρόπου με τον οποίο προσλαμβάνονται και βιώνονται οι ήχοι της πόλης πριν και κατά τη μετάβαση στην νεότερη πόλη, καθώς και των ενεργητικών παρεμβάσεων στο και περί το ηχοτοπίο από τις εκάστοτε αρχές και τους κατοίκους της πόλης. Το ηχοτοπίο θα προσεγγιστεί ώς διάσταση του αστικού χώρου που παράγεται σε τρία αλληλένδετα πεδία: σε αυτό των «ηχητικών πρακτικών», σε αυτό των αναπαραστάσεων, λόγων και κανόνων για τον δημόσιο ήχο και τέλος στο πεδίο της βίωσης του δημόσιου ήχου που αναδεικνύει το ηχοτοπίο σε πεδίο κοινωνικής διαπραγμάτευσης και σύγκρουσης.

Επιστημονικός υπεύθυνος: Ανδρέας Λυμπεράτος
Ερευνητική ομάδα: Άννα Κρινάκη, Γεώργιος Μανιός, Θάνος Αγγελόπουλος

Επιστημονικός υπεύθυνος: Ευγένιος Ματθιόπουλος

Στόχος του προγράμματος είναι η συστηματική μελέτη, συγκέντρωση και καταγραφή της καλλιτεχνικής και φωτογραφικής παραγωγής με θέμα το ελληνικό φυσικό τοπίο από τον 18ο ως τον 20ο αιώνα.

Στην ελληνική βιβλιογραφία, σε αντίθεση με τη διεθνή, οι μελέτες για την τοπιογραφία, αλλά και για την έννοια του «τοπίου» στις εικαστικές τέχνες, την ιστορικότητα των χρήσεων και των σημασιών της είναι ελάχιστες. Η ένδεια των ερευνών αυτών είναι αναντίστοιχη της βαρύτητας που κατά περιόδους έχει αποκτήσει η σημασία του τόπου και του τοπίου για τη νομιμοποίηση και διαμόρφωση των εθνοκεντρικών θεωριών και ταυτοτήτων και ιδιαίτερα των ποικίλων εκδοχών της «ελληνικότητας», καθώς και των νοητικών αναπαραστάσεων και στερεοτύπων που οπτικοποιούν τις έννοιες της πατρίδας, του έθνους, του τόπου καταγωγής κ.ά. Τούτων δοθέντων, στόχος του προγράμματος είναι η συστηματική μελέτη, συγκέντρωση και καταγραφή της καλλιτεχνικής και φωτογραφικής παραγωγής με θέμα το ελληνικό φυσικό τοπίο από τον 18ο ως τον 20ο αιώνα.

Πιο συγκεκριμένα, το πρόγραμμα περιλαμβάνει τρεις βασικούς άξονες:

Ι. Την καταγραφή της καλλιτεχνικής παραγωγής μέσω της οποίας συντελέστηκε η μετάβαση από το φανταστικό-κλασικό τοπίο, όπως αρχικά είχε διαμορφωθεί κατά τον 17οαιώνα, στο τοπίο των χρόνων του Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού όπου οι φανταστικές-ιδανικές αναπαραστάσεις συμπλέκονται με την ανάδυση των αρχαιολογικών ενδιαφερόντων, το ταξίδι στην Ελλάδα, το κίνημα του φιλελληνισμού και τις πρώτες ακριβείς τοπογραφικές απεικονίσεις ελληνικών τοπίων από περιηγητές και ζωγράφους ταξιδιώτες. Κεντρικό ερευνητικό ερώτημα αυτού του άξονα είναι με ποιο τρόπο οι εν πολλοίς φανταστικές εικαστικές αναπαραστάσεις του ελληνικού τοπίου από ζωγράφους της Δύσης συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός τοπιογραφικού ιδεώδους: σε ποιο βαθμό δηλαδή, οι πρώιμες αυτές αναπαραστάσεις προσδιόρισαν τις επιλογές, την πρόσληψη και απόδοση του ελληνικού τοπίου στις ρεαλιστικές τοπιογραφικές αναπαραστάσεις που φιλοτεχνήθηκαν στη συνέχεια.

ΙΙ. Την καταγραφή και μελέτη της αναπαράστασης του ελληνικού τοπίου από Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες μετά τη συγκρότηση του Ελληνικού κράτους, όταν, στο πλαίσιο των εφαρμοζόμενων πολιτικών διοργάνωσής του σύμφωνα με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά πρότυπα, οι εικαστικές τέχνες καλλιεργήθηκαν συστηματικά και σύμφωνα με τα αισθητικά-τεχνοτροπικά πρότυπα της δυτικής τέχνης. Κεντρικά ερευνητικά ερώτηματα αυτού του άξονα είναι : α) πώς εκφράστηκε το ενδιαφέρον για την τοπιογραφία μέσα από την πρόσληψη των κυρίαρχων αισθητικών και τεχνοτροπικών προτύπων στην ευρωπαϊκή τέχνη (νεοκλασικισμός, ακαδημαϊσμός. ρεαλισμός, ιμπρεσιονισμός, συμβολισμός, κυβισμός, εξπρεσιονισμός, τέχνη της γης κ.ά.), διαμορφώνοντας και αναδιαμορφώνοντας τους αντίστοιχους νοητικούς-οπτικούς κανόνες αναπαράστασης του ελληνικού τοπίου.β) ποια είναι η χρήση και η σημασία του όρου «ελληνικό τοπίο» ή «τοπίο του ελληνικού χώρου», δεδομένων των διαδοχικών αλλαγών της εδαφικής έκτασης και της σταδιακής διαμόρφωσης του ελληνικού κράτους στη διάρκεια του 19ου και 20ού αιώνα.

ΙΙΙ. Την καταγραφή των φωτογραφικών εικόνων, οι οποίες συνδέθηκαν αφενός με τη παραγωγή τοπιογραφιών και αφετέρου με τις διαδικασίες καταγραφής και διάδοσης πληροφοριών και τους εκάστοτε μηχανισμούς των μέσων μαζικής πληροφόρησης. Η φωτογραφία αποτέλεσε απαραίτητο εργαλείο των περιηγητών, των επιστημόνων, των καλλιτεχνών, των τουριστών, του κρατικών θεσμών κ.ο.κ. Κεντρικό ερευνητικό ερώτημα αυτού του άξονα είναι το πώς η διευρυμένη χρήση και κυκλοφορία της φωτογραφίας από τα μέσα του 19ου αιώνα, μετέβαλλε καθοριστικά τους τρόπους θέασης του χώρου και οδήγησε στη συγκρότηση ενός καινοφανούς οπτικού κώδικα, οι επιδράσεις του οποίου υπήρξαν και συνεχίζουν να είναι καθοριστικές για τις σύγχρονες μεταμοντέρνες, κοινωνίες, ενέχοντας εθνικό-πολιτικές, οικονομικές, επιστημονικές, αισθητικές κ.ά νοηματοδοτήσεις.

Προϊόντα του προγράμματος

  • Βάση δεδομένων στα ελληνικά και στα αγγλικά με εικαστικά έργα του 18ου-20ού αιώνα με θέμα την αναπαράσταση του ελληνικού τοπίου (ζωγραφική, χαρακτική, φωτογραφία).
  • Δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά από τους συνεργάτες του προγράμματος βασισμένες στο υλικό της έρευνας.

Επιστημονικός υπεύθυνος: Ευγένιος Ματθιόπουλος
Ερευνητική ομάδα: Τιτίνα Κορνέζου, Μαριάννα Καράλη, Πόπη Σφακιανάκη, Μυρτώ Γερουλάνου, Άννα Αδρασκέλα

Ερευνητική Ομάδα

Μαρίνος Σαρηγιάννης

Μαρίνος Σαρηγιάννης

Ερευνητής Α΄, Συντονιστής του Τομέα Οθωμανικής Ιστορίας
Curriculum vitae